Η αντιμικροβιακή αντοχή απειλεί την παγκόσμια υγεία
8ο Πανελλήνιο Συνέδριο το Κρέας και τα Προϊόντα του στο πλαίσιο της 13ης Zootechnia
Τι είναι η αντιμικροβιακή αντοχή και ποιες οι οικονομικές επιπτώσεις της στη ζωική παραγωγή, αλλά και την παγκόσμια υγεία; Η αντιμικροβιακή αντοχή απειλεί τη βιωσιμότητα των συστημάτων τροφίμων και την επισιτιστική ασφάλεια; Ποια η πρόκλησή της στην παραγωγή κρέατος από την εκτροφή των ζώων έως το πιάτο του καταναλωτή;
Απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω δίνουν ο υποψήφιος διδάκτωρ στο Εργαστήριο Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων, τμήμα κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Δημήτρης Παπαδόπουλος και η καθηγήτρια και διευθύντρια στο Εργαστήριο Υγείας των ζώων, Υγιεινής και Ποιότητας Τροφίμων του Τμήματος Γεωπονίας, Κατεύθυνση Ζωικής Παραγωγής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Αθηνά Τζώρα.
Απαιτούνται τολμηρές αποφάσεις για δράση σήμερα και σε παγκόσμιο επίπεδο
Η αντιμικροβιακή αντοχή αποτελεί απειλή για τη βιωσιμότητα των συστημάτων τροφίμων, την επισιτιστική ασφάλεια και τη μελλοντική ανάπτυξη, υπογραμμίζει ο υποψήφιος διδάκτωρ στο Εργαστήριο Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων, τμήμα κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Δημήτρης Παπαδόπουλος και προσθέτει ότι «μόνο η λήψη τολμηρών αποφάσεων για δράση σε παγκόσμιο επίπεδο σήμερα, μπορούν να διασφαλίσουν την υγεία και την ευημερία των επόμενων γενεών».
Όπως εξηγεί, η αντιμικροβιακή αντοχή αποτελεί σοβαρή απειλή για την παγκόσμια υγεία και την οικονομική σταθερότητα, επηρεάζοντας την υγεία των ανθρώπων και των ζώων και υπονομεύοντας την αποτελεσματικότητα των αντιβιοτικών, ενώ προσθέτει ότι εξίσου σημαντική είναι και η απειλή για την επισιτιστική ασφάλεια και την οικονομία παγκοσμίως.
Σημειώνει δε ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός για την Υγεία των Ζώων (WΟΑΗ), λαμβάνοντας υπόψη δεδομένα από 204 χώρες, ανακοίνωσε ότι χωρίς περαιτέρω δράσεις για την αντιμετώπισή της οι ετήσιες απώλειες στην παραγωγή τροφίμων ζωικής προέλευσης από ανθεκτικά στα αντιβιοτικά βακτήρια θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ελλείψεις τροφίμων επηρεάζοντας έτσι από 746 εκατ. ανθρώπους έως και 2 δισ. ανθρώπους και προκαλώντας σωρευτική παγκόσμια απώλεια ΑΕΠ από 575 εκατ. δολάρια μέχρι και 953 δισ. δολάρια μέχρι το 2050.
Κατά τον ίδιο, στο στόχαστρο αναμένεται να βρεθούν η παραγωγή βοοειδών και πτηνών, αφού όπως επισημαίνει «φαίνεται να είναι αυτές που θα επηρεαστούν περισσότερο, ειδικά στις αναπτυσσόμενες χώρες».
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπως αναφέρει, οι οικονομικές απώλειες από την αντιμικροβιακή αντοχή στον πρωτογενή τομέα και το εμπόριο, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μείωση 7,5% της αξίας της παγκόσμιας ζωικής παραγωγής και σε πτώση κατά 3,8% των εξαγωγών παγκοσμίως μέχρι το 2050 και σε σχέση με τα τρέχοντα επίπεδα.
Εξηγώντας ότι στην Ευρώπη και τη Β. Αμερική γίνονται σημαντικές προσπάθειες για τη μείωση της χρήσης των αντιβιοτικών στην ζωική παραγωγή, ωστόσο αυτή αναμένεται να αυξηθεί ως και 11% μέχρι το 2030 παγκοσμίως, καθώς όπως λέει, χώρες όπως Βραζιλία, Κίνα, Ινδία, Ρωσία και Ν. Αφρική, αναμένεται να διπλασιάζουν την κατανάλωση αντιβιοτικών στον συγκεκριμένο τομέα.
Σοβαρό ζήτημα η αντιμικροβιακή αντοχή για ασφάλεια τροφίμων & δημόσια υγεία
Στο ίδιο πνεύμα και η τοποθέτηση της καθηγήτριας και διευθύντριας στο Εργαστήριο Υγείας των ζώων, Υγιεινής και Ποιότητας Τροφίμων του Τμήματος Γεωπονίας, Κατεύθυνση Ζωικής Παραγωγής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Αθηνάς Τζώρα.
Κατά την ίδια, η αντοχή των μικροοργανισμών των τροφίμων στα αντιμικροβιακά αποτελεί ένα σοβαρό ζήτημα για την ασφάλεια των τροφίμων και τη δημόσια υγεία και η κατανόηση της επικράτησης των τροφιμογενών παθογόνων ανθεκτικών στα αντιμικροβιακά είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης.
Λέγοντας ότι το κρέας και τα προϊόντα του αποτελούν βασικές πηγές πρωτεϊνών, βιταμινών και μετάλλων στη διατροφή των ανθρώπων και σημειώνοντας ότι από διατροφική άποψη αυτό εκτιμάται ιδιαίτερα για το πλούσιο προφίλ αμινοξέων του και για την περιεκτικότητά του σε βασικά θρεπτικά συστατικά και με δεδομένο ότι η παγκόσμια κατανάλωση αυξάνεται σταθερά και εκτιμάται μεταξύ 460 και 570 εκατ. τόνων ετησίως ως το 2050, ωστόσο, όπως τονίζει «τα προϊόντα κρέατος μπορούν να λειτουργήσουν και ως φορείς μικροοργανισμών, οι οποίοι μπορούν να έχουν ευεργετική, ουδέτερη, αλλά και επιβλαβή επίδραση στην ανθρώπινη υγεία.
Αναφέρει δε, ότι γίνονται ερευνητικές προσπάθειες για τον εντοπισμό παθογόνων στο κρέας, ανθεκτικών στα αντιμικροβιακά και τη διερεύνηση των σχετιζόμενων γονιδίων αντοχής και την αξιολόγηση του κινδύνου μετάδοσης της αντιμικροβιακής αντοχής στον άνθρωπο μέσω της κατανάλωσης κρέατος.
Λέει ότι ο ρόλος του κρέατος στο φαινόμενο της αντιμικροβιακής αντοχής παραμένει μη μετρήσιμος, καθώς και η αντοχή της μικροχλωρίδας είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο που δεν επιτρέπει απλές αποδόσεις και στο πλαίσιο αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της προσέγγισης «One Health», που επιδιώκει να την αντιμετωπίσει μέσω ολοκληρωμένων προσπαθειών στους τομείς της ανθρώπινης, ζωικής και περιβαλλοντικής υγείας.
Οι προαναφερόμενοι μίλησαν στο 8ο Πανελλήνιο Συνέδριο το Κρέας και τα Προϊόντα του, που διοργανώθηκε στη ΔΕΘ στο πλαίσιο της 13ης Zootechnia από το περιοδικό Meat News, υπό την αιγίδα των ΥΠΑΑΤ, ΕΦΕΤ, ΕΚΑ, ΕΔΟΤΟΚΚ και ΣΕΒΕΚ, με την επιστημονική υποστήριξη της ΕΚΕ.
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ