Έρευνες διεξήγαγε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) στις 19 και 20 Μαΐου, στο πλαίσιο συνεχιζόμενης έρευνας για ένα φερόμενο οργανωμένο σχέδιο απάτης που αφορά αγροτικά ταμεία και διαφθορά, στο οποίο εμπλέκονται δημόσιοι υπάλληλοι του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως σημειώνεται στη σχετική ανακοίνωση της ΕΡΡΟ.
Το ιστορικό της απάτης
Στην εν λόγω ανακοίνωση της ΕΡΡΟ σημειώνεται πως μεταξύ 2019 και 2022, ένας σημαντικός αριθμός ατόμων παρουσιάστηκε ως νεαροί ή νέοι αγρότες και έλαβε δικαιώματα ενίσχυσης από το εθνικό απόθεμα, που χρηματοδοτείται από την ΚΑΠ, βάσει ψευδών δηλώσεων. Αυτές περιελάμβαναν ψευδείς δηλώσεις σχετικά με την ιδιοκτησία ή τη μίσθωση βοσκοτόπων που ήταν επιλέξιμοι για επιδοτήσεις, δίνοντας την ψευδή εντύπωση ενεργών γεωργικών δραστηριοτήτων.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα δηλωθέντα βοσκοτόπια ήταν στην πραγματικότητα δημόσιες εκτάσεις, οι οποίες προηγουμένως είχαν διατεθεί μόνο για χρήση από κτηνοτρόφους που δεν διέθεταν ιδιωτική γεωργική γη. Αυτά τα βοσκοτόπια βρίσκονταν συχνά μακριά από τον πραγματικό τόπο κατοικίας των ατόμων που ισχυρίζονταν ότι τα κατείχαν ή τα μίσθωναν.
Τα επόμενα χρόνια, έως το 2024, τα ίδια άτομα συνέχισαν να υποβάλλουν ψευδείς δηλώσεις ζώων, επιτρέποντάς τους να τους παραχωρηθούν δημόσιοι βοσκότοποι, οι οποίοι στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν για την ενεργοποίηση και διατήρηση των δικαιωμάτων πληρωμής τους.
«Τέτοια παράνομη πρακτική ενδέχεται να οργανώθηκε συστηματικά με τη συμμετοχή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και υπαλλήλων του Ελληνικού Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ)» τονίζεται στην αιχμηρή ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Έλλειψη ειλικρινούς συνεργασίας
Για «έλλειψη ειλικρινούς συνεργασίας» κάνει λόγο στην ανακοίνωσή της ΕΡΡΟ, στην οποία αναφέρονται τα παρακάτω:
«Ο Εισαγγελέας διέταξε τη διεξαγωγή τεσσάρων ερευνών στην Αθήνα και στο νησί της Κρήτης. Η συλλογή ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων στα κεντρικά γραφεία του ΟΠΕΚΕΠΕ αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολη και καθυστέρησε σημαντικά μέχρι τις 4:00 σήμερα το πρωί (σ.σ.: εχθές 20/5/2025).
Η επιτυχής εκτέλεση των ερευνών κατέστη δυνατή μόνο χάρη στην άριστη υποστήριξη του Τμήματος Εξέτασης Ψηφιακών Αποδεικτικών της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας (Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών – Τμήμα Εξέτασης Ψηφιακών Πειστηρίων) και της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων – Τμήμα Ειδικών Υποθέσεων (Υπηρεσία Εσωτερικών Ειδικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας).
Όλοι οι ενδιαφερόμενοι τεκμαίρονται αθώοι έως ότου αποδειχθεί η ενοχή τους στα αρμόδια ελληνικά δικαστήρια».
ΟΠΕΚΕΠΕ: Απάντηση στο Δ.Τ. της 20ης Μαΐου 2025 της EPPO
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της απάντησης του Οργανισμού:
Με μεγάλη μας έκπληξη διαπιστώσαμε σήμερα στο Δελτίο Τύπου της 20ης Μαΐου 2025 της EPPO (Γραφείο Ευρωπαίου Εισαγγελέα), σχετικά με τον έλεγχο, που έγινε από κλιμάκια της Αστυνομίας στο αρχείο του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. ύστερα από σχετική εισαγγελική παραγγελία, την επισήμανση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, για «έλλειψη ειλικρινούς συνεργασίας» από τον Οργανισμό μας αλλά και τα αναγραφόμενα περί του γεγονότος ότι «η επιτυχής εκτέλεση των ερευνών κατέστη δυνατή μόνο χάρη στην άριστη υποστήριξη του Τμήματος Εξέτασης Ψηφιακών Αποδεικτικών της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας (Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών – Τμήμα Εξέτασης Ψηφιακών Πειστηρίων) και της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων – Τμήμα Ειδικών Υποθέσεων (Υπηρεσία Εσωτερικών Ειδικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας)».
Έχουμε υποχρέωση να τοποθετηθούμε δημόσια επί των ανωτέρω αναγραφόμενων, καθώς προσβάλλουν συλλήβδην την Διοίκηση του Οργανισμού και το σύνολο των υπαλλήλων αυτού, αναφέροντας τα πραγματικά γεγονότα ως εξής:
α) Ουδέποτε, από την ανακοίνωση του ελέγχου έως και την λήξη αυτού, η Διοίκηση του Οργανισμού παρενέβη, παρακώλυσε, καθοδήγησε ή αντέδρασε στην διεξαγωγή του. Οι οδηγίες δε προς τους εργαζομένους ήταν να διαθέσουν το σύνολο των στοιχείων, που ζητήθηκαν στις ελεγκτικές αρχές, όπως και έπραξαν.
β) Το σύνολο των εργαζομένων του Οργανισμού, που κλήθηκαν να συνδράμουν στις έρευνες της Αστυνομίας, παρέμειναν στις θέσεις τους ακούραστα από την ώρα έναρξης των εργασιών τους στις 07.30 π.μ. έως στις 04.00 τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας παρέχοντας κάθε στοιχείο, που τους ζητήθηκε, προς ολοκλήρωση του έργου της Αστυνομίας.
γ) Ο έλεγχος που διεξήχθη διήρκεσε έως τις 04.00 τα ξημερώματα, λόγω πλειάδας στοιχείων, όγκου δεδομένων και αρχείων που απαιτήθηκαν.
δ) Με το πέρας του ελέγχου, οι επικεφαλής των κλιμακίων της Αστυνομίας, παρουσία μαρτύρων, ευχαρίστησαν τόσο τον Πρόεδρο του Οργανισμού κ. Νικόλαο Σαλάτα όσο και τον Γενικό Δ/ντή κ. Ιωάννη Χατζή, για την συνεργασία των ιδίων αλλά και των υπαλλήλων του Οργανισμού, οι οποίοι παρέμειναν στις θέσεις τους, για να διασφαλίσουν ότι οι ελεγκτικές αρχές θα ολοκληρώσουν τον έλεγχό τους, απρόσκοπτα. Άλλωστε, το πνεύμα της συνεργασίας που επέδειξε η Διοίκηση του Οργανισμού και τα στελέχη αυτού, αποτυπώθηκε πολύ νωρίτερα στο Δελτίο Τύπου της 19ης Μαΐου 2025 του Οργανισμού.
ε) Με πρωτοβουλία του Προέδρου του Οργανισμού κ. Σαλάτα, μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, οι δυο Εισαγγελείς είχαν μια ολιγόλεπτη πολύ φιλική συζήτηση μαζί του.
Προς αποκατάσταση λοιπόν της αλήθειας και για την προστασία του κύρους του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., της Διοίκησής του αλλά και των υπαλλήλων που συνεργάστηκαν με τις Αστυνομικές Αρχές, καλούμε τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα προς επιβεβαίωση των λεγομένων του να κατονομάσει ποιοι υπάλληλοι του Οργανισμού και με ποιόν τρόπο δεν συνεργάστηκαν ή παρακώλυσαν το έργο της Αστυνομίας, διαφορετικά να ανασκευάσει άμεσα το Δελτίο Τύπου της 20ης Μαΐου επί των ανωτέρω αναγραφόμενων, που επισημάναμε, καθώς δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
Κατά τα λοιπά της ανακοίνωσης του Γραφείου του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, επαναλαμβάνουμε ότι μοναδικός στόχος της νέας Διοίκησης του Οργανισμού είναι η πλήρης αποκατάσταση της αξιοπιστίας του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., του μοναδικού διαπιστευμένου φορέα διαχείρισης των Ευρωπαϊκών Γεωργικών Ταμείων (Ε.Γ.Τ.Ε. & Ε.Γ.Τ.Α.Α.), ύψους περίπου 3 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως και για το σκοπό αυτό καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε τυχόν σκιές του παρελθόντος, να διερευνηθούν εις βάθος και να αποδοθούν ευθύνες, όπου αυτές προκύπτουν, ανεξαρτήτως ιεραρχικού επιπέδου».